Ογρετμενιν Σεση

Home Page Cominication Form Mail us Print This Page

Turkce Greece English


Φπretmenin Sesi
 

Η ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΛΥΣΗΣ ΤΟ ΕΤΟΣ 2002

H Μειονοτική εκπαίδευση στην περιοχή της Ελληνικής Θράκης βρίσκεται κάτω από το βάρος και την πίεση πολλών και διαφόρων προβλημάτων που συσσωρεύτηκαν εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το καθεστώς που ίσχυσε και ο τρόπος με τον οποίο διοικήθηκε η Μειονοτική Εκπαίδευση, σε συνάρτηση με τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπισε, είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πολλές αντιφάσεις και ένα πολύπλοκο κουβάρι από νόμους και διατάγματα που ήσαν αντίθετα με τις ισορροπίες που είχαν δημιουργηθεί με τις συμβάσεις. Τα παιδιά της Μειονότητας, που είναι Έλληνες πολίτες, αλλά, συγχρόνως είναι και πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας μια τέτοια δομή στης Μειονοτική τους εκπαίδευση δεν είχαν τη δυνατότητα να μορφωθούν και προσαρμοσθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να καθίστανται πολίτες β' κατηγορίας.
Η κατάσταση και το σύστημα που επικρατεί στη σημερινή Μειονοτική Εκπαίδευση στη Θράκη, όχι μόνο δεν δυναμώνει τους δεσμούς μεταξύ της Μειονότητας και του Κράτους, αλλά, αντίθετα δημιουργεί πολλές φορές εντάσεις και ένα κλίμα ασάφειας και έλλειψης εμπιστοσύνης. Η κατάσταση αυτή, δεν είναι μόνο αντίθετη στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα με τις συνθήκες, αλλά, είναι συγχρόνως και ασυμβίβαστη με το νομικό πλέγμα, τις οδηγίες και τα κριτήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν, μέρα με την μέρα, μέχρι το 2002, που έχουν βαθαίνει και αυξηθεί, δεν επιδέχονται καμιά αναβολή και καμιά καθυστέρηση ως προς την επίλυσή τους.
Γίνεται κοινώς αποδεκτό, ότι, τα προβλήματα της Μειονοτικής Εκπαίδευσης στη Θράκη, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται από την οπτική γωνία του αγκαθωτού μεγεθυντικού φακού και της πικρής πείρας του παρελθόντος. Τα προβλήματα αυτά θα πρέπει να επιλυθούν, χωρίς προκατάληψη, σύμφωνα με τις αρχές της ανωτερότητος του δικαίου, της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μέσα στα πλαίσια των υφισταμένων συνθηκών, καθώς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πιστεύουμε, ότι, στη βάση αυτής της λογικής είναι δυνατή η επίλυση των.
Μέσα από μια τέτοια διαδικασία και αφού επιλέξουμε να εφαρμόσουμε τις αρχές της "δικαιοσύνης" του "ειλικρινούς διαλόγου" της "διαφάνειας" της "επιστημονικής συζήτησης" και της "αντικειμενικής και δίκαιης προσέγγισης των πραγμάτων" τότε θα είμαστε σίγουροι ότι βρεθούν οι δίοδοι που θα μας οδηγήσουν σε αποδεκτές και εφαρμόσιμες λύσεις.


Η Νομική Βάση της Μειονοτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Πρώτα θα πρέπει να τονιστούν οι συμφωνίες με τις οποίες ρυθμίζονται οι βασικές αρχές της εκπαίδευσης της μη ανταλλάξιμης Μουσουλμάνο - τουρκικής Μειονότητας της Θράκης και οι οποίες είναι :
α)Η συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στη Λωζάνη το έτος 1923 μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας, με την οποία ρυθμίζονται γενικά τα Μειονοτικά θέματα.
β)Το Πρωτόκολλο που υπογράφηκε μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδος στις 20 Απριλίου 1951 και αφορά την πολιτιστική συνεργασία και τις διακοινώσεις που ανταλλάχτηκαν το έτος 1952 και αφορούν μετακλητούς δασκάλους που θα υπηρετούν στα Μειονοτικά σχολεία.
γ)Το σχετικό Πρωτόκολλο του έτους 1968 περί συστάσεως Τουρκικής- Ελληνικής Πολιτιστικής Επιτροπής.
Με το άρθρο 40 σε συνδυασμό με το άρθρο 45 της Συνθήκης της Λωζάνης ορίζεται ότι : " Έλληνες πολίτες που ανήκουν στην Μειονότητα θα απολαμβάνουν νομικά και πραγματικά της αυτής προστασίας και των αυτών εγγυήσεων που απολαμβάνουν και οι λοιποί Έλληνες πολίτες. Θα έχουν ειδικά ίσο δικαίωμα να συνιστούν, να διευθύνουν και να εποπτεύουν με δικές τους δαπάνες κάθε είδους φιλανθρωπικά, θρησκευτικά ή κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, με το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ελεύθερα σ' αυτά τη γλώσσα τους και να τελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
Με το άρθρο 37 της ίδιας Συνθήκης ορίζεται ότι : "Η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση που περιέχονται στα άρθρα 38-44 και αναγνωρίζονται ως θεμελιώδεις νόμοι που κανόνας νόμος ή κανονισμός ή επίσημη πράξη μπορεί να είναι σε αντίφαση ή αντίθετη προς τις διατάξεις αυτές και που κανένας νόμος ή κανονισμός ή επίσημη πράξη μπορούν να είναι πιο ισχυρή από αυτές."
Στη διάταξη του άρθρου 28 του Ελληνικού Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι:
"Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου."


Γενική κατάσταση

Στα πλαίσια της Συνθήκης της Λωζάνης, των συμφωνιών που υπογράφηκαν, αλλά στα πλαίσια και των άλλων νομικών ρυθμίσεων ο αριθμός των Μειονοτικών Δημοτικών Σχολείων που λειτουργούν στη περιοχή μας και εφαρμόζουν το δίγλωσσο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, δηλαδή της Ελληνικής και Τουρκικής γλώσσας, ανέρχονται για το έτος 2002 σε 231.
Ο αριθμός των μαθητών που σπουδάζουν σ' αυτά τα σχολεία υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τους 8.000. Αν σ' αυτούς προστεθούν και οι μαθητές που σπουδάζουν στα δυο Μειονοτικά Γυμνάσια- Λύκεια της Κομοτηνής και της Ξάνθης, τότε ο συνολικός αριθμός των μαθητών πρέπει να υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τους 9.000.
Από τα Μειονοτικά Δημοτικά Σχολεία εξαετούς εκπαίδευσης κάθε χρόνο αποφοιτούν περίπου 1.000 μαθητές. Από αυτούς οι 200 και πλέον συνεχίζουν την εκπαίδευσή τους στα Μειονοτικά Γυμνάσια- Λύκεια, ενώ οι υπόλοιποι, περίπου στο σύνολό τους, λόγω του μικρού αριθμού των Μειονοτικών σχολείων και λόγο της υποβαθμισμένης εκπαίδευσης που παρέχεται σ' αυτά, προσανατολίζονται αναγκαστικά προς τα δημόσια σχολεία όπου η εκπαίδευση γίνεται μόνο στα Ελληνικά.
Τα Μειονοτικά σχολεία αντιμετωπίζουν πολλά και σοβαρά προβλήματα, όπως π.χ. είναι η έλλειψη βιβλίων, δασκάλων, κτιριακών εγκαταστάσεων και εκπαιδευτικών μέσων. Από το 1964 και μετά τέθηκαν σε ισχύ πολλοί νόμοι, πολλά διατάγματα και πολλές Υπουργικές αποφάσεις που αφορούν τη Μειονοτική εκπαίδευση οι οποίες είναι τόσο αντίθετες με τις διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες, όσο και με προηγούμενα ιστορικά βασιλικά και προεδρικά διατάγματα.
Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, τα αρνητικά σημεία που αφορούσαν την Μειονοτική εκπαίδευση δυστυχώς συνεχίσθηκαν και εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα χωρίς να γίνει καμία ενέργεια για να διορθωθούν.
Μάλιστα πολλά από τα αρνητικά σημεία της περιόδου της Χούντας που είχαν καταστήσει δυσλειτουργική την εκπαίδευση συνέχισαν να εφαρμόζονται και από τις μετέπειτα κυβερνήσεις. Οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που κατά καιρούς ακολούθησαν, έπληξαν σε μεγάλο βαθμό την αυτονομία της Μειονοτικής εκπαίδευσης καταστρέφοντας και τη δομή της.
Η αβεβαιότητα στις ρυθμίσεις, και η δυσλειτουργία που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα σε πολλά θέματα, είχε σαν αποτέλεσμα η Μειονοτική εκπαίδευση να είναι προβληματική που η επίλυση των προβλημάτων της να παρουσιάζονται σαν ανυπέρβλητα.


Το θέμα των σχολικών βιβλίων

Η έλλειψη διαλόγου και η σκόπιμη παράληψή του, είχαν σαν αποτέλεσμα τα Μειονοτικά Δημοτικά Σχολεία για μεγάλο χρονικό διάστημα να μην έχουν σύγχρονα και επαρκή βιβλία. Αυτό είχε σαν συνέπεια την σε υποβάθμιση και σε μεγάλο βαθμό πτώση του επιπέδου της Μειονοτικής εκπαίδευσης. Με την βελτίωση των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων που είχε αντανάκλαση και στην εκπαίδευση και τις συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις μεταξύ των αρμοδίων των δυο χωρών, κατέστη δυνατόν το 2000 να εφοδιασθούν τα Σχολεία της περιοχής με τα αναγκαία βιβλία της Τουρκικής.
Για να έχουν μεγαλύτερη αποδοτικότητα τα βιβλία αυτά, θα πρέπει μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα, στα οποία θα συμμετάσχουν, να εξασφαλισθεί στους Μειονοτικούς δασκάλους. η περαιτέρω επαγγελματική επιμόρφωση.
Σήμερα τα Μειονοτικά Γυμνάσια - Λύκεια εξακολουθούν να μην έχουν τα σχετικά βιβλία. Οι διαβουλεύσεις που γίνονται για την επίλυση αυτού του προβλήματος, δεν έχουν ακόμη θετική κατάληξη. Ευχόμαστε και στο θέμα αυτό να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα, ώστε τα Μειονοτικά Γυμνάσια- Λύκεια της Ξάνθης και της Κομοτηνής να αποκτήσουν σύντομα και αυτά τα διδακτικά τους βιβλία στα Τουρκικά.


Το θέμα των δασκάλων

Με το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης αναγνωρίζεται στη Μειονότητα να ιδρύσει τα δικά της Σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα και να έχει τη διοίκηση και επίβλεψη αυτών. Είναι φυσικό, οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν μαθήματα στην Ελληνική γλώσσα να διορίζονται από το αρμόδιο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Όμως η επιλογή και η πρόσληψη των δασκάλων που θα διδάξουν τα μαθήματα της Τουρκικής γλώσσας θα πρέπει να γίνονται από τις Σχολικές Εφορίες, αφού προηγουμένως αυτές λάβουν υπ' όψη τους τη γνώμη και τις προτιμήσεις της Μειονότητος, των γονέων και κηδεμόνων των μαθητών.
Οι νόμοι και οι κανονισμοί που εφαρμόζονται στο θέμα αυτό περιορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το δικαίωμα της Μειονότητας στο να επιλέγει και να προσλαμβάνει τους δασκάλους της. Η αρμοδιότητα για τον διορισμό των δασκάλων ανατέθηκε πρόσφατα στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ενώ προηγουμένως αυτή ανήκε στους Νομάρχες. Ο τρόπος αυτός, με τον οποίο σήμερα, διορίζονται οι δάσκαλοι περιορίζει σημαντικά το δικαίωμα των Επιτροπών των Σχολικών Εφορειών αλλά και των ιδίων των γονέων και κηδεμόνων να έχουν γνώμη στο θέμα αυτό της πρόσληψης των δασκάλων . Το δικαίωμα αυτό έχει μείνει μόνο στα χαρτιά.
Αιτήσεις δασκάλων που υποβλήθηκαν για διορισμό, αφού προηγουμένως καταρτίσθηκαν σχετικές συμβάσεις μεταξύ αυτών και των Σχολικών Εφορειών και των γονέων, δεν γίνονται δεκτές. Ως Μειονότητα καταβάλλουμε προσπάθεια προκειμένου να διατηρήσουμε την ελπίδα ότι μέσα από ισχύον καθεστώς δικαίου θα βρεθεί στο πρόβλημα αυτό μια δίκαιη και μόνιμη λύση.


Κατάρτιση Δασκάλων

Η από το καθεστώς της Χούντας το έτος 1968 ίδρυση και λειτουργία της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας της Θεσσαλονίκης είχε σαν σκοπό να την κάνει αποδεκτή από την Μειονότητα και να της στερήσει τις εγγυήσεις στα θέματα της εκπαίδευσης που προβλέπονται στη συνθήκη της Λωζάνης. Μέλη της Μειονότητας εισάγονται επιλεκτικά σ' αυτή τη Σχολή και αφού παρακολουθήσουν, ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα και αποφοιτήσουν, διορίζονται από την Διοίκηση στα Μειονοτικά Σχολεία με σκοπό να διδάξουν τα μαθήματα της Τουρκικής γλώσσας .
Εδώ και τριάντα (30) χρόνια περίπου, ενώ οι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ διορίζονται κατά εκατοντάδες στα Μειονοτικά Σχολεία, δάσκαλοι όμως της Μειονότητας απόφοιτοι Τουρκικών Σχολείων μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα όχι μόνο δεν διορίζονται αλλά και εν ενεργεία δάσκαλοι απολύονται με ασήμαντες και παράλογες αιτιολογίες, με αποτέλεσμα οι παραπάνω απόφοιτοι μέσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα να καθίστανται αναντικατάστατοι.
Πρόσφατα, προσοντούχοι δάσκαλοι, που ήταν απόφοιτοι τουρκικών σχολείων και δεν είχαν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, τέθηκαν δια της απολύσεως εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος διότι τους επιβλήθηκε η ρύθμιση που προβλέπεται για τους δημοσίους υπαλλήλους που είναι να απολύονται αυτοί στο 60ο έτος της ηλικίας τους, χωρίς όμως αυτοί να είναι δημόσιοι υπάλληλοι και χωρίς όμως αυτοί να είναι Δ. Υπάλληλο και χωρίς η διοίκηση να πάρει παράλληλα οποιοδήποτε μέτρο για να αποκτήσουν και αυτοί κάποιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα και ασφαλιστική κάλυψη.
Μέχρι πρόσφατα οι υποψήφιοι φοιτητές της ΕΠΑΘ επιλέγονταν από τους αποφοίτους των μετρεσέδων- ιεροσπουδαστηρίων, των οποίων όμως το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ήταν και είναι κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου. Τα ιεροσπουδαστήρια αυτά έχοντας σαν βάση του εκπαιδευτικού τους προγράμματος τα θρησκευτικά, δεν έχουν καμία ισοτιμία με τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συστήματος, με αποτέλεσμα οι απόφοιτοι των σχολείων αυτών να είναι τελείως ανεπαρκείς και διοριζόμενοι στα Μειονοτικά δημοτικά σχολεία να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν πρακτικά και θεωρητικά στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης εκπαίδευσης.
Η Ελλάδα που διανύει τον 21ο αιώνα και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να αποδείξει ότι επιθυμεί και θέλει να λύσει τα προβλήματα της Μειονοτικής εκπαίδευσης, θα πρέπει πρώτα να αποδεχθεί και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει ριζοσπαστικές αλλαγές στο θέμα της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσ/νίκης.
Η Κυβέρνηση θα πρέπει σε αντικατάσταση της ΕΠΑΘ να βρει ένα καινούριο σύστημα κατάρτισης και μόρφωσης των δασκάλων που θα στελεχώσουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα των Μειονοτικών σχολείων που γίνονται στη Τουρκική γλώσσα, αφού όμως πρώτα λάβει υπ' όψη της την αρνητική εμπειρία του παρελθόντος, θα πρέπει να εισακούσει τη γνώμη της Μειονότητας και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της.
Επίσης, ευχόμαστε, το στάδιο του προγραμματισμού, και της εφαρμογής των μέτρων αυτών να γίνει μετά από ένα ειλικρινή διάλογο και σε συνεργασία με την Τουρκία.


Οι Υποψήφιοι Δάσκαλοι που Εκπαιδεύτηκαν στο Εξωτερικό

Μετά το τέλος της δεκαετίας του 1960, μέλη της Μειονότητας που τελείωσαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό (Τουρκία), δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να στελεχώσουν τα Μειονοτικά σχολεία, με αποτέλεσμα από τη μια ένας μεγάλος αριθμός άξιων και ικανών εκπαιδευτικών λειτουργών δεν αξιοποιήθηκε, και από την άλλη πολλοί τοπικοί προσοντούχοι δάσκαλοι απόφοιτοι Τουρκικών σχολείων προηγούμενων ετών να βρίσκονται σήμερα σε προχωρημένη ηλικία.
Την τελευταία τριετία η διοίκηση ακολουθώντας στο θέμα αυτό μια πιο ήπια πολιτική που, είχε όμως περιορισμένη εφαρμογή και αφορούσε μόνο τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, ενέκρινε τον διορισμό σ' αυτά 11 προσοντούχων καθηγητών, αποφοίτων Τουρκικών σχολείων. Από την άλλη όμως δεν έδειξε καμία ευελιξία για την κάλυψη με άρτιο καταρτισμένο εκπαιδευτικό προσωπικό των αναγκών των 231 Μειονοτικών Δημοτικών Σχολείων, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε μερικές εκατοντάδες.
Επειδή ο χρόνος μας πιέζει, και τα σχολεία έχουν ανάγκη να στελεχωθούν με ικανό και άρτια καταρτισμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, γι' αυτό θα πρέπει να συντομευτούν οι διαδικασίες του ΔΙΚΑΤΣΑ για αναγνώριση των πτυχίων και στη συνέχεια να γίνουν οι απαραίτητες διευκολύνσεις προκειμένου να προσληφθούν οι δάσκαλοι αυτοί από τις Σχολικές Εφορευτικές Επιτροπές.


Οι Σχολικές Εφορευτικές Επιτροπές

Μετά από μακρά περίοδο αναμονής και καθυστέρησης, τελικά προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη των σχολικών εφορευτικών επιτροπών που θα διεξαχθούν στις 12 Δεκεμβρίου 2002.
Η πράξη αυτή αξιολογείται σαν ένα πρώτο βήμα της Διοίκησης προς την κατεύθυνση να ικανοποιηθούν οι δίκαιες προσδοκίες της Μειονότητας.
Η διεξαγωγή προσεχώς των δημοκρατικών εκλογών για την ανάδειξη των επιτροπών, και με την παράλληλη αναγνώριση σ' αυτές αρμοδιότητες και ειδικά το δικαίωμα στο να προσλαμβάνουν τους δασκάλους θα δημιουργούσε ευνοϊκό κλίμα για την επίλυση των άλλων εκπαιδευτικών προβλημάτων και περαιτέρω θα δυνάμωνε τη θέληση των πολιτών για διάλογο και συνεργασία με την πολιτεία.


Το Πρόβλημα του Ωραρίου Διδασκαλίας

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται στα Μειονοτικά Σχολεία βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία που καθορίστηκε με τις συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κατά παράβαση αυτής της ισορροπίας και συν το χρόνο μειώθηκε ο αριθμός των μαθημάτων της Τουρκικής γλώσσας και οι ώρες διδασκαλίας αυτών.
Το ισχύον εβδομαδιαίο εκπαιδευτικό πρόγραμμα καθορίστηκε αρχικά με την με αριθμό 162/4-6-1958 απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την από 15-2-1975 απόφαση του ιδίου Υπουργείου. Το μάθημα της πραγματογνωσίας, που αρχικά διδάσκονταν στην Τουρκική γλώσσα, με την με αριθμό Ζ2/15/9-1-1955 απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό 20 τόμο 2/17-1-1955 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως άρχισε από της δημοσιεύσεως αυτής να διδάσκεται στην Ελληνική γλώσσα. Για την αλλαγή αυτή, στο τόσο βασικό και μεγάλης σημασίας μάθημα, που αποτελούσε την σπονδυλική στήλη της εκπαίδευσης των μαθητών, εκδηλώθηκαν τότε έντονες διαμαρτυρίες που όμως δεν εισακούσθηκαν από τις αρμόδιες αρχές, με αποτέλεσμα και σήμερα ακόμη η αλλαγή να μην έχει γίνει αποδεκτή από την Μειονότητα.
Τα παιδιά της Μειονότητας που είναι αναγκασμένοι να διδάσκονται το βασικό αυτό μάθημα στην επίσημη γλώσσα πριν ακόμη μάθουν καλά καλά την Μειονοτική τους γλώσσα μακροπρόθεσμα τα επηρεάζει αρνητικά στη μάθηση και στην απόδοσή τους.
Επειδή τα μαθήματα της φυσικής αγωγής και της μουσικής, έχουν πολύ μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητών της Μειονότητας και της πολιτιστικής αυτών ανάπτυξης, για τον λόγο αυτό θα πρέπει η διδασκαλία τους να γίνεται από μειονοτικούς δασκάλους και στην Τουρκική γλώσσα. Σε πολλά σχολεία, ενώ τα μαθήματα αυτά δεν διδάσκονται καθόλου, σε άλλα ακούγεται παρά τις υπάρχουσες αντιδράσεις ότι άρχισε η διδασκαλία τους στην Ελληνική γλώσσα. Αυτό δημιουργεί ανησυχίες.
Τέτοιες εφαρμογές όμως πρέπει να αποφεύγονται διότι είναι αντίθετες και στο γράμμα αλλά και το πνεύμα των συμφωνιών, με τις οποίες διαμορφώθηκε το Μειονοτικό εκπαιδευτικό σύστημα.


Οι προσπάθειες που έγιναν με τη στήριξη της Ε.Ε. για την βελτίωση της ποιότητας της Εκπαίδευσης στα Μειονοτικά Σχολεία

Κατά την περίοδο των ετών 1997-2000 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σε συνεργασία με μερικά πανεπιστήμια και μέσα από προγράμματα που υποστηρίχθηκαν από την Ε.Ε., κατέβαλε κάποιες προσπάθειες για την ποιοτική βελτίωση της Μειονοτικής εκπαίδευσης. Ανακοινώθηκε ότι παρόμοια προγράμματα θα εφαρμοσθούν στα σχολεία και κατά την περίοδο των ετών 2002-2004. Για το θέμα αυτό ορισμένοι από καθηγητές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών δημιούργησαν έναν διάλογο με σωματεία και οργανώσεις της Μειονότητας.
Οι μελέτες αυτές έχουν σαν κύριο σκοπό την καλύτερη εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Μειονότητας. Γι' αυτό ενισχύονται οι δάσκαλοι και η διδασκαλία των μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσας με προοπτική να φθάσουν αυτά στο επίπεδο της εθνικής εκπαίδευσης.
Σήμερα, γίνεται λόγος ότι, μετά από σχετικό αίτημα Μειονοτικών δασκάλων θα γίνουν γι' αυτούς εκπαιδευτικά φροντιστήρια ενισχυτικά της Τουρκικής γλώσσας.
Τα παιδιά της Μειονότητας για να γίνουν πολίτες που θα σέβονται τους νόμους, θα είναι παραγωγικοί και εναρμονισμένοι με την κοινωνία, χωρίς εμείς να αμφιβάλλουμε και να ανησυχούμε, θεωρούμε ότι πρέπει να μάθουν πολύ καλά την επίσημη γλώσσα του κράτους, δηλαδή τα Ελληνικά. Οι ελλείψεις στον τομέα αυτό οδήγησαν κάποιους ιδιώτες επιχειρηματίες από το χώρο της Μειονότητας να ανοίξουν φροντιστήρια και έναντι αμοιβής να διδάσκουν την Ελληνική γλώσσα. Το σημείο που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας είναι εκείνο που όταν ετοιμάζονται και εκπονούνται τα προγράμματα που με αντικείμενό τους θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της Μειονοτικής εκπαίδευσης, τότε τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να γίνονται με διαφάνεια και να συμφωνούν με τις αρχές που διέπουν την Μειονοτική εκπαίδευση, έτσι ώστε να μην διαταράσσονται από τη μια οι γενικές ισορροπίες και από την άλλη να λαμβάνεται η μέριμνα ώστε παράλληλα με τη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας ενισχύεται και η διδασκαλία της Τουρκικής γλώσσας.
Η Μειονότητα είναι έτοιμη να συμβάλλει θετικά σ' όλες τις προσπάθειες που θα γίνουν με αυτό το πνεύμα.


Οι Παιδικοί Σταθμοί και τα Νηπιαγωγεία

Στην κοινωνία μας είναι έντονα αισθητή η έλλειψη παιδικών σταθμών, και στην εποχή μας αποτελούν το θεμέλιο στη μάθηση και στην εκπαίδευση. Διότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός, ότι, σήμερα τα παιδιά, από μικρή ηλικία, πρέπει να παρακολουθούνται και να εκπαιδεύονται από ειδικευμένο προσωπικό. Επειδή έχει αυξηθεί ο αριθμός των εργαζόμενων μητέρων, που θα ήθελαν να αφήσουν τα παιδιά τους σε ασφαλή χέρια, για το λόγο αυτό υπάρχει μεγάλη ανάγκη να ιδρυθούν και να λειτουργήσουν παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία,
Στην Ελλάδα, όπως όλες οι κοινωνικές ομάδες, έτσι και η τουρκική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης έχει τη θέληση και είναι αποφασισμένη να εξασφαλίσει στις νέες γενιές της κάθε εφόδιο προκειμένου αυτές να αποκτήσουν μέσα στις σύγχρονες αξίες της Ευρώπης του 21ου αιώνα μια ανώτατη παιδεία και επιστημονική κατάρτιση.
Στο θέμα αυτό η Τουρκική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης θέτει στον εαυτό της ένα αξιόλογο στόχο, τη δημιουργία παιδικών σταθμών στους οικισμούς που κατοικούνται κυρίως από μέλη της Τουρκικής Μειονότητας, και θα λειτουργήσουν με σύγχρονα κριτήρια και μέσα στα πλαίσια των νόμων. Με άλλα λόγια, οι παιδικοί σταθμοί και τα νηπιαγωγεία σαν προσχολικές μονάδες θα συσταθούν και θα λειτουργήσουν σαν τμήματα της κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της Μειονότητας, έτσι ώστε να μπορούν να ενταχθούν στο διευρυμένο εκπαιδευτικό της σύστημα.
Για το θέμα των προγραμμάτων, πρώτα θα πρέπει να επιλεγεί η διαδικασία βάσει της οποίας θα γίνουν αυτά, και αφού ληφθεί υπ' όψη η γνώμη και οι απαιτήσεις της Μειονότητας, τότε θα πρέπει αυτά να πραγματοποιηθούν αφού γίνει η κατάλληλη προετοιμασία βάσει ενός σχεδίου και εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος.
Η παιδεία και οι υπηρεσίες που θα παρέχονται στους παιδικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της Μειονότητας και να είναι δίγλωσσες δηλαδή στην Τουρκική και στην Ελληνική.
Είναι πολύ σημαντικό το πλαίσιο λειτουργίας αυτών να είναι σύμφωνο με τη Συνθήκη της Λωζάνης, τα σχετικά Πρωτόκολλα, τις άλλες συμβάσεις, και οπωσδήποτε να έχει τη θετική αποδοχή και έγκριση της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Σήμερα δεν υπάρχει Μειονοτικό διδακτικό προσωπικό ικανό για να στελεχώσει αρκετό αριθμό παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων. Επομένως, για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι απαραίτητο χωρίς καθυστέρηση να εκπαιδευθεί ένας επαρκής αριθμός δασκάλων και νηπιαγωγών. Εκεί όμως όπου υπάρχει ειδικευμένο προσωπικό, αυτό θα πρέπει να αξιοποιηθεί και μέσα από μια συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση και αφού γίνει μια αντικειμενική προσέγγιση του όλου θέματος.


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

α) Θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα ένας διάλογος των αρμοδίων Υπουργείων της Ελλάδος και της Τουρκίας, δηλαδή των Υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της κάθε χώρας για να καλυτερεύσουν οι συνθήκες που επικρατούν και να βελτιωθεί η ποιότητα στη Μειονοτική εκπαίδευση.
β) Πρέπει να γίνει μια έρευνα για να διαπιστωθούν οι ικανοί και αδιόριστοι εκπαιδευτικοί της Μειονότητας και στη συνέχεια αυτοί να διορισθούν στα σχολεία.
γ) Πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των μετακλητών δασκάλων που υπηρετούν στην Ελλάδα και προέρχονται από την Τουρκία και να φθάσει ο αριθμός τους στους 36 όπως προβλέπεται από τη σχετική συμφωνία του 1952, και να διοριστούν ισόρροπα στα σχολεία της περιοχής.
δ) Να ξεκινήσουν οι εργασίες με στόχο η εννιάχρονη πρωτοβάθμια υποχρεωτική εκπαίδευση να επεκταθεί για να συμπεριλάβει και την Μειονοτική εκπαίδευση.
ε) Να βελτιωθεί η κτιριακή υποδομή, τα μέσα και το διδακτικό προσωπικό στα Γυμνάσια και Λύκεια της Ξάνθης και της Κομοτηνής.
στ) Πρέπει ακόμα με την υποστήριξη του Κράτους να ιδρυθούν άλλα τέσσερα Γυμνάσια και τέσσερα Λύκεια, ένα επαγγελματικό Λύκειο και ένα Λύκειο Θηλέων που να ανήκουν στην Μειονότητα και να διοικούνται από αυτήν.
ζ) Να ιδρυθεί μια εστία για τους μαθητές και τις μαθήτριες του Μειονοτικού Γυμνασίου και Λυκείου της Ξάνθης.
Στην έκθεση αυτή αποτυπώνονται περιληπτικά τα εκπαιδευτικά θέματα που απασχολούν την Μειονότητα της Δυτικής Θράκης και εκφράζονται οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις της για μια σύγχρονη εκπαίδευση που θα λειτουργεί χωρίς προβλήματα και θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών μας.
Ο σκοπός κατάρτισης αυτής της έκθεσης είναι, να συμβάλλει η Μειονότητα της Δυτικής Θράκης θετικά και εποικοδομητικά προκειμένου να αξιολογηθεί ένα πολύ σημαντικό θέμα, όπως είναι η εκπαίδευση, και που κατέχει μεγάλη σπουδαιότητα στη ζωή Της.
Πιστεύουμε ειλικρινά, για να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος, ότι, οι προτάσεις μας αυτές θα συμβάλλουν στη σωστή διάγνωση των προβλημάτων και θα δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια ασφαλή και υγιή εκπαίδευση των μελλοντικών γενεών.

Κομοτηνή, Νοέμβριος 2002

Ένωση Τούρκων Διδασκάλων Δυτικής Θράκης
Σύλλογος Επιστημόνων Μειονότητας Δυτικής Θράκης


ΟΓΡΕΤΜΕΝΙΝ ΣΕΣΗ